Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019

Παράδοση και νεωτερικότητα στην ιδεολογία της Εθνεγερσίας (Μέρος 2ο)


Διαβάστε το 1ο μέρος εδώ

Θα ήταν οπωσδήποτε λάθος να χαρακτηρίσουμε, χωρίς επιφυλάξεις, τις  θέσεις μιας μεγάλης  μερίδας  ομοεθνών  μας  των  αντιπατριωτικές.  Πολύ  περισσότερο,  οι  ίδιοι   οι  νεοέλληνες  διαφωτιστές  είχαν  μέσα  τους  δεδομένο  τον  πατριωτισμό, όπως  φανερώνουν  τα  γραπτά  τεκμήρια  της  εποχής  (πχ. οι  επιστολές  του  Κοραή  στους  συμπατριώτες  του  Χιώτες, σχετικά  με  τις  δυσκολίες  της  διάδοσης  της  νέας  παιδείας  στον  υπόδουλο  ελληνισμό)  καθώς  και  οι  υπέρογκες  εκδοτικές  προσπάθειες  που  αναλάμβαναν  οι  λόγιοι   Έλληνες  της  διασποράς  με  ίδιον  κόστος,  η  προώθηση  του  φιλελληνισμού  στην  Ευρώπη κ.α..Πρέπει  να διευρύνουμε  την  οπτική  μας  στο  ιδεολογικό-πολιτικό  περιβάλλον  το  οποίο  ανέθρεψε  και  το  οποίο  παρείχε  στους  απόδημους   Έλληνες  τα  δικά  του  ερεθίσματα.  Ο  φιλελευθερισμός,  όπως  και  κάθε  πολιτική  θεωρία,  προκειμένου  να  δικαιολογήσει  την  ύπαρξη  της  και  να  εδραιωθεί  στις  συνειδήσεις  των  ανθρώπων  (και  δη,  των λογίων),  προσπαθεί  να  εντοπίσει  στο  απώτερο  παρελθόν,  τους  πνευματικούς  της  προγόνους.  Τα  περισσότερα  ευρωπαϊκά  έθνη  δεν  έχουν  αυστηρώς  καταγεγραμμένη  αρχαία  ιστορία,  και  συνεπώς,  το  πεδίο  είναι  ελεύθερο  για  μία  εξελικτική  ανάγνωση  της  ιστορίας,  σύμφωνα  με  την  οποία  οι  ευρωπαϊκοί  λαοί  σταδιακά  και  εμπνεόμενοι  από  την  κλασική  αρχαιότητα  αποτίναξαν  τον  πολιτικό-πνευματικό  ζυγό  του  μεσαίωνα,  φθάνοντας  αισίως,  στην  αστική  φιλελεύθερη  δημοκρατία  του  19ου αιώνα. Όπως  δείχνει  η  διαδοχή  των  γεγονότων  της  ελληνικής  επέκτασης,  η  διαρκής  και  σταθερά  απροθυμία  των  Μ.  Δυνάμεων  να  εγκρίνουν  την  παραχώρηση  εδαφών  του  σκλαβωμένου  ελληνισμού  στο  νεαρό  ελληνικό  κράτος,  προδίδεται  μία  συγγένεια  αυτής  της  διστακτικότητας  με  την  πεποίθηση  ότι  ιστορικά  ο  ελληνισμός  ταυτίζεται  με  τις  περιοχές  του  περιλαμβάνονταν στα  αρχικά  σύνορα  του  ελληνικού  βασιλείου, δηλαδή  τον  Μωριά,  την  Ρούμελη  και  τις  Κυκλάδες.  


   Ως  αντίρροπη  τάση  στα  προτάγματα  και  τις  ιδέες  του  νεοελληνικού  διαφωτισμού  αναπτύχθηκε  το  κίνημα  των  Κολλυβάδων  ή  αλλιώς, η  Φιλοκαλική  Αναγέννηση ,  με  κύριους  εκπροσώπους  μεγάλους  ποιμένες  και  Αγίους  του  νεότερου  ελληνισμού, όπως  τον  Γρηγόριο  Ε’,  τον  Νικόδημο  Αγιορείτη,  τον  Αθανάσιο  Πάριο. Η  προσωπικότητα  που  συνδύασε  όλες  τις  επιμέρους  θέσεις  του  κινήματος  και  υπήρξε  το  πλέον  διακεκριμένο  της  μέλος  ήταν  ο  Κωνσταντίνος  Οικονόμου. Κεντρικό  σημείο  της  διαμάχης  με  τον  ελληνικό  διαφωτισμό  (η  οποία  εκφράζεται  ευκρινέστερα  στις  επιστολές  Κοραή-Πάριου)  ήταν  η  στάση  του  υπόδουλου  ελληνισμού  απέναντι  στις  δυτικές  ιδέες, η  αντιπαλότητα  ορθολογισμού  και  θεολογικής  πνευματοκρατίας  και  κυρίως, ο  χαρακτήρας  της  παιδείας   και  η εκκοσμίκευση  της  (απεξάρτηση  της  από  τη  θεολογία). Πάγια  θέση  των  θεολόγων  ήταν  η  προσκόλληση  στην  θρησκευτική  προσέγγιση  του  μεσαιωνικού  ελληνισμού, πεποίθηση  η  οποία,  σε  συνδυασμό  με  την  όλο  και  αυξανόμενη  επίκληση  των  αρχαίων  εκ  μέρους  των  διαφωτιστών,  όξυναν  την  κριτική  τους  απέναντι  στους  αρχαίους φιλοσόφους,  αγνοώντας,  προφανώς,  την  διαλεκτική  σχέση  αρχαίας  ελληνικής  φιλοσοφίας  και  ορθόδοξης  θεολογίας,  όπως  αυτή  διαφαίνεται  στους  Απολογητές  και  τους  Πατέρες  της  Εκκλησίας  μας*. Ως  μακροπρόθεσμο  στόχο,  το  Πατριαρχείο  και  οι  υψηλότεροι  αξιωματούχοι  του  είχαν  την  κατάληψη  ‘’εκ  των  έσω’’  της  Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας, η  οποία  θα  έπεφτε  ως  ‘’ώριμος  καρπός’’ στα  χέρια  των  ελληνορθοδόξων  (εφόσον, κατά  σειρά  αιώνων  και  σχεδόν  αδιάκοπα  στον  χρόνο, Έλληνες  κατείχαν  τα  υψηλότερα  και  κρατικά  και  εκκλησιαστικά  αξιώματα).  Ωστόσο,  αυτή  τους  η  διάθεση  θα  μπορούσε  να  χαρακτηριστεί  περισσότερο  παθητική  στην πράξη  σε  σχέση  με  τις  επαναστατικές  διακηρύξεις  των  διαφωτιστών,  την  ίδια  στιγμή  που  η  εχθρική  τους  στάση  απέναντι  στους  τελευταίους  επικρίθηκε  και  θεωρήθηκε  ανθελληνική  από  πολλούς  σύγχρονους  μελετητές. Είναι  αναγκαίο, όμως , να τονίσουμε  ότι  η επιρροή  και  η  συμμετοχή  προσώπων  της  Εκκλησίας  στον  Αγώνα  έδωσε  στην  Επανάσταση  εκείνη  την  αναγκαία  ώθηση  η  οποία  την  γλίτωσε  από  την  άκρατη  αποδοχή  του  αγγλο-γαλλικού φιλελεύθερου  μοντέλου  της  επανάστασης.  Ενώ  στην  Γαλλία, την περίοδο της Τρομοκρατίας, ο Ροβεσπιέρος  θεσμοθετούσε  την  λατρεία  του  "Ανώτατου  Όντος", ενός  μασονικού δηλαδή κακέκτυπου  θρησκευτικότητας, οι Έλληνες στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ίδρυσαν το  κράτος τους ‘’Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος’’.  Ακόμη και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, προσπάθησε να αποκαταστήσει με την  πένα του τις επιφανειακά ασύμβατες διδαχές  του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και της ορθόδοξης θεολογίας.

  Παρά  τις  τίμιες  προθέσεις  αμφότερων  κινημάτων  και  σχολών  σκέψεως,  αυτές   ταλανίζονταν  από  μία  σειρά  αδυναμιών.  Καταρχάς,  και  οι  δύο  θεωρούσαν  δεδομένη  την  διχοτόμηση  της  εθνικής  μας  ιστορίας, οι  μεν  (υπό  το  πρίσμα  του  φιλελευθερισμού)  αναγνωρίζοντας  μόνο  την  περίοδο  της  αρχαιότητας  (και  σε  επίπεδο  πολιτισμού, μόνο  ό,τι  θεωρούσαν  πρόγονο  της  δικής  τους  κοσμοθεωρίας) ως  κληρονομιά  του  Γένους,  οι  δε,  υιοθετώντας  μια  επιφυλακτική  στάση  απέναντι  στους  πρώτους  και  την  συνεχή  (και  καταχρηστική  κατά  τον  γράφοντα)  επίκληση  στους  αρχαίους  φιλοσόφους.  Ακόμα  πιο  δυστυχές,  όμως,  είναι  το  γεγονός  ότι  στο  πλαίσιο  της  ευρωπαϊκής  πολιτικής  πραγματικότητας  της  εποχής,  θέσεις  όπως  οι  ανωτέρω  αδιάκριτα  κατένειμαν  τους  θιασώτες  τους  είτε  στο  στρατόπεδο  των  Μ.  Δυνάμεων-φορέων  των  ‘’Φώτων’’  είτε  στο  στρατόπεδο  των  Ρώσων  (βλ. τον  Οικονόμου  και  τη  στροφή  του  προς  τη  Ρωσία)  είτε,  στην  χειρότερη  περίπτωση,  στους  πολέμιους  της  Επανάστασης  (όπως  δηλαδή  έβλεπαν  οι  διαφωτιστές  τον  Κλήρο). Άμεση  συνέπεια  του  ιστορικο-ιδεολογικού  διχασμού  ήταν η  αδυναμία  των  νεοελλήνων  να  αποτιμήσουν  ορθά  την  πορεία  τους  στο  ιστορικό  γίγνεσθαι,  γεγονός  που  τους  άφηνε  ευάλωτους  σε  κάθε  είδους  αναθεωρητισμό  που  υπαγόρευε  ο  σταδιακά  ανερχόμενος  μαρξισμός.

Χ.Π.

_____________________________

*Ενδεικτικά βλ. Ομιλία ΚΒ’. Προς τους νέους. Όπως αν εξ Ελληνικών ωφέλοιντο λόγων. (PG 31, σελ. 564 – 589).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου